προσνεανιεύομαι

Α
(αποθ.)
1. καυχώμαι ακόμη μια φορά με νεανική κομπορρημοσύνη
2. δίνω για μια ακόμη φορά τολμηρές ή αυθάδεις υποσχέσεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσ-* + νεανιεύομαι «συμπεριφέρομαι με τρόπο αλαζονικό, δίνω τολμηρές υποσχέσεις»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προσνεανιεύεται — προσνεανιεύομαι add in youthful wantonness pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσνεανιεύσασθαι — προσνεανιεύομαι add in youthful wantonness aor inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.